Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ποιήματα για τα παλιά επαγγέλματα (Φύλλα εργασίας)


Παλιά, στις γειτονιές και στα χωριά, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με ξεχωριστά επαγγέλματα. 
Ο καθένας βοηθούσε με τον δικό του τρόπο: ο φούρναρης έψηνε ψωμί, ο γαλατάς έφερνε γάλα και ο τσαγκάρης έφτιαχνε παπούτσια. 
Ας γνωρίσουμε αυτά τα παλιά επαγγέλματα μέσα από όμορφα ποιηματάκια γεμάτα εικόνες και αναμνήσεις από τα παλιά χρόνια.

Ο ΠΑΓΩΤΑΤΖΗΣ

Με το καρότσι του περνά,
γέλια, φωνές στη γειτονιά.
Φωνάζει: «Παγωτό γλυκό!»
και τρέχουν όλοι στο λεπτό.

Βανίλια, φράουλα, σοκολάτα,
χαρά σκορπά σε κάθε στράτα.
«Παγωτατζή, παγωτατζή,
δροσιά σκορπίζεις στο στρατί.»

Η ΜΟΔΙΣΤΡΑ

Κάθεται εκεί σκυφτή
με κλωστή και βελονάκι,
ρούχα ράβει στη μαμά,
ένα ωραίο ταγεράκι.

Η μεζούρα της μετρά,
τα υφάσματα τα φίνα.
«Μοδιστρούλα μου, καλή,
ράψε μου μία κουρτίνα».

Ο ΑΜΑΞΑΣ

Η άμαξά του η ξύλινη
τον κόσμο κουβαλάει.
Τα γκέμια αυτός μόνο κρατά
τ΄ άλογο προχωράει.

Να πάνε στις δουλίτσες τους,
να κάνουνε σουλάτσο.
«Βρε, αμαξά, για πάρε με
στην άμαξα να κάτσω».

Ο ΣΑΛΕΠΙΤΖΗΣ

Με χάλκινο, παλιό κανάτι, 
και το καπέλο του στραβά, 
πουλάει σαλέπι στο ποτήρι
μέσα στης πόλης τα στενά.
 
Μοσχοβολάει η κανέλα,
το πίνουν οι περαστικοί
«Σαλεπιτζή, φέρε σαλέπι
για να ζεστάνω την ψυχή».

Ο ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ

Με το σφυρί και τη φωτιά,
και τα δικά του υλικά,
γυαλίζει σκεύη μας παλιά,
κατσαρολάκια και ταψιά.

Του δίνουν όλα τα μπακίρια
να γίνουνε σαν τα ζαφείρια:
«Γανωματή, γανωματή,
έλα σε τούτη την αυλή».

Ο ΑΧΘΟΦΟΡΟΣ

Μπόγους, κούτες και βαλίτσες
κουβαλά βράδυ, πρωί.
Κι αν ο ιδρώτας βρύση τρέχει
δεν τον νοιάζει και πολύ.

Οι κυρίες ψηλομύτες 
τον φωνάζουνε να 'ρθει.
«Αχθοφόρε, πάρε τούτο
το μπαούλο το βαρύ».

Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ

Με βαρέλια και κουβάδες
κουβαλά στους μαχαλάδες
το νερό για κάθε σπίτι
γιατί δεν υπάρχει βρύση.

Οι νοικοκυρές να βάλουν
την μπουγάδα, το τσουκάλι,
για να πλύνουν, να ταΐσουν
τη φαμίλια τους να ζήσουν.

Ο ΛΟΥΣΤΡΟΣ

Στη γωνιά με κασελάκι,
πιάνει κάθε παπουτσάκι,
με τη βούρτσα το γυαλίζει,
με το χρώμα το μαυρίζει.

Σταματάνε οι διαβάτες
με τις όμορφες γραβάτες.
«Άστραψε, καλέ, λουστράκο,
τα σκαρπίνια μου, ανθρωπάκο».

Η ΠΛΥΣΤΡΑ

Στην αυλή τα ρούχα πλένει, 
να 'ναι άσπρα, καθαρά,
με σαπούνι και νεράκι 
γίνονται αστραφτερά.

Τρίβει, στύβει και ξεβγάζει 
κει, στον ήλιο τον ζεστό.
«Έλα, πλύστρα, για μπουγάδα
στο δικό μας σπιτικό.»

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΗΣ

Με την τσάντα του στον ώμο
κει στου δρόμου τη γωνιά,
πώς φωνάζει τις ειδήσεις
με μια δυνατή λαλιά.

Κι όλοι τρέχουνε να πάρουν
την εφημερίδα τους.
«Αχ, βρε, εφημεριδοπώλη,
κάν' τους όλους γελαστούς.»

Ο ΓΑΛΑΤΑΣ

Με το μικρό του γαϊδουράκι,
φέρνει στα σπίτια γαλατάκι.
Κατσαρολάκια, μπουκαλάκια
γεμίζει για όλα τα παιδάκια.

Χτυπάει πόρτες σιγανά,
έξω να βγει η νοικοκυρά:
«Καλέ μου, κύριε, γαλατά
δώσε το γάλα στα παιδιά».

Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ

Με βελόνα και κλωστή,
τα παπούτσια διορθώνει.
Ρετσινόκολλα τους βάζει
και ωραία τα μπαλώνει.

Σόλες, δέρματα, κορδόνια,
για να αντέχουνε στα χρόνια.
«Πάρε, κύριε τσαγκάρη,
τούτο τα παλιό ζευγάρι».

Ο ΠΕΤΑΛΩΤΗΣ

Με το σφυρί και με καρφιά,
τ’ άλογα όλα τα κοιτά,
τους βάζει πέταλα γερά
να περπατούν παντού καλά.

Στο χωριό τον αγαπούνε
κι όλοι πάντα τον καλούνε.
«Πεταλωτή, πεταλωτή,
έλα στον στάβλο στη στιγμή».

Η ΚΟΡΔΕΛΙΑΣΤΡΑ

Τι δαντέλες, τι φιογκάκια
τι χρωματιστά λουλούδια!
Φτιάχνουν τα χρυσά της χέρια
τόσο όμορφα καλούδια.

Να τα βάλουν οι κυράδες
στα φουστάνια, στα καπέλα.
«Κορδελιάστρα, φέρε τώρα
μία όμορφη κορδέλα.»

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

Σ' έναν τρίποδα στηρίζει
τη βαριά του μηχανή.
Κι όλοι τρέχουνε να πάρουν
μία πόζα γιορτινή.

Το κεφάλι χώνει μέσα 
το πουλάκι για να βγει.
«Πες μου, κύριε, φωτογράφε
είμαι ωραία στο πανί;»

Ο ΚΑΛΑΘΑΣ

Με καλάμια και τριχιές,
έπλεκε καλάθια ωραία
για να βάζουνε τα φρούτα,
τους καρπούς κι όλα τα ρούχα.

Στη σκιά καθόταν πέρα,
δούλευε όλη τη τη μέρα.
«Φτιάξε, κύριε, καλαθά
το καλάθι του μπαμπά.»

Ο ΜΥΛΩΝΑΣ

Στον μύλο το σιτάρι αλέθει
πολλά σακιά μ’ αλεύρι έχει,
να φτιάξουμε γλυκό ψωμί,
κουλούρια, πίτα στη στιγμή.

Ο άνεμος τον βοηθάει
κι ο μύλος έτσι τραγουδάει.
«Πάρε το στάρι, Μυλωνά,
κάν' το αλεύρι για ψωμιά».

Ο ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ

Με τη λατέρνα του σκορπά
νότες γλυκιές στη γειτονιά.
Μικροί, μεγάλοι τον κοιτούν,
και σταματούν και τον ακούν.

Με άσματα από παλιά,
γεμίζει η πόλη μας χαρά.
«Παίξε, γλυκέ, λατερνατζή,
γλυκιά, ωραία μουσική.»

Ο ΚΑΣΤΑΝΑΣ

Στη γωνιά του δρόμου ανάβει,
στη φουφού του, τη φωτιά.
Στο χωνάκι τώρα βάζει 
πέντε κάστανα ζεστά.

Παίρνουν, τρώνε οι διαβάτες
κι όλοι οι περαστικοί.
«Καστανά, καλέ μου, δώσ' μου
καστανάκια στο χαρτί.»

Ο ΚΑΡΕΚΛΑΣ

Τις ψάθινες καρέκλες μας
που έχουνε χαλάσει
σ' αυτόνε θα τις δώσουμε
αμέσως να τις φτιάξει.

 Θα πλέξει ψάθα δυνατή
που δύσκολα χαλάει.
«Γερή να είναι, καρεκλά
ποτέ να μη μαδάει.»

Η ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΣΤΡΑ

Ο θάνατος με τη ζωή
παρέα περπατάει.
Αυτόν που έχει κοιμηθεί
αυτή αποχαιρετάει.

Με μοιρολόγια η ψυχή,
ανάλαφρη θα φύγει.
«Μοιρολογίστρα, τραγουδάς,
κει, στης ζωής το δείλι.

Ο ΚΟΥΡΕΑΣ

Με ψαλίδι και χτενάκι,
πώς κουρεύει το παιδάκι.
Με ξυράφι και αφρό
ξύριζε τον νεαρό.

Τους γαυγίζουνε οι σκύλοι.
και «με γεια» τούς λεν οι φίλοι.
«Καλέ, κύριε κουρέα,
βάλε αρώματα ωραία.»

Ο ΑΣΠΡΙΤΖΗΣ

Την μπατανόβουρτσα κρατά
τους τοίχους μας ασπρίζει
με τον ασβέστη στον κουβά
τα σπίτια, δες, γυαλίζει.

Να βάψει τα ψηλά-ψηλά
στη σκάλα ανεβαίνει.
«Η αυλή μας, κύριε, ασπριτζή,
τι όμορφα βαμμένη».

Η ΛΑΝΤΖΕΡΙΣΣΑ

Τα πιάτα στοίβα στην ταβέρνα,
τα χέρια της μες στους αφρούς,
τ' αφεντικό φωνάζει: «Σβέλτα!»
γιατί πελάτες έχει πολλούς.

Ξενύχτι και ορθοστασία
και μεροκάματο φτηνό.
«Λαντζέρισσα, στον νεροχύτη,
η λάντζα είναι ένα βουνό.» 

Ο ΠΑΓΟΠΩΛΗΣ

Με το κάρο του περνάει
και τον πάγο κουβαλάει
δροσερά να τα ‘χουμε όλα
φρούτα, γάλατα, μπριζόλα.

Παγωμένο το νεράκι
πίνω το καλοκαιράκι.
«Παγοπώλη, φέρε πάγο
κρύα όλα τα φυλάγω».

Ο ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ

Πλάθει επάνω στον τροχό
με τέχνη και φροντίδα.
Ένα κομμάτι από πηλό
θα γίνει μια ελπίδα.

Κιούπια, κανάτια, πιατικά, 
στάμνες κι άλλα αγγεία. 
«Αγγειοπλάστη, των χεριών,
δείξε μας, τη μαγεία».

Ο ΜΑΡΑΓΚΟΣ

Με πριόνι και κοπίδι
ξύλα όλο πελεκάει.
Ίδρωσε, είναι μουσκίδι,
το σφυρί του κοπανάει.

Φτιάχνει ωραία τραπεζάκια
μια ντουλάπα, ένα κρεβάτι.
«Μαραγκέ μου, φτιάξε τώρα
της καρέκλας μας την πλάτη.»

Η ΥΦΑΝΤΡΑ

Στον αργαλειό της κάθεται, 
και τακ και τουκ χτυπάει
χαλιά, τραπεζομάντηλα,
κουβέρτες, δες, γεννάει.

Και με μαλλί χρωματιστό
τα όνειρα υφαίνει.
«Υφάντρα μου, για ύφαινε
την κάπα που ζεσταίνει.»

Ο ΡΑΦΤΗΣ

Στο ραφτάδικο εκεί,
με κλωστή και βελονάκι,
ρούχα ράβει στον μπαμπά,
παντελόνι και σακάκι.

Με το μέτρο του μετρά,
τα υφάσματα τα ωραία.
«Κύριε, ράφτη, ράψε και
ράσα για τον ιερέα».

Ο ΝΤΕΛΑΛΗΣ

«Ακούσατε, ακούσατε…»
φωνάζει στην πλατεία
με το χωνί στο χέρι του,
δεν είναι φλυαρία.

Τα νέα όλα στο χωριό
αμέσως φανερώνει.
«Ντελάλη πες μας τι έγινε
και τι μας ξημερώνει».

Ο ΣΑΜΑΡΑΣ

Ξύλα πλάτανου λυγάει,
δέρμα πάνω τους κολλάει.
Σέλες φτιάχνει και σαμάρια
για γαϊδούρια και μουλάρια.

Μ' άνεση να καβαλάνε
οι αναβάτες και να πάνε.
«Σαμαρά, φτιάξε σαμάρι
για να τρέχω με καμάρι».

Η ΠΑΡΑΜΑΝΑ

Σαν δεύτερη μανούλα 
στο σπίτι μας γυρνά, 
ταΐζει το μωρό μας
στην άσπρη της ποδιά.

Γλυκά το νανουρίζει,
το πλένει, το φυλά.
«Καλή μου, παραμάνα,
ζεστή μου, αγκαλιά».

Ο ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΣ

Στη θάλασσα πολύ νωρίς 
πηγαίνει και βουτάει
μαζεύει τα σφουγγάρια του
κι ύστερα τα πουλάει.

Απ' τον βυθό τον θησαυρό
με δύναμη αρπάζει.
«Βρε, σφουγγαρά, είσ' ήρωας
στο κύμα που παφλάζει.»

Ο ΣΙΔΕΡΑΣ

Με τη φωτιά το σίδερο
σαν το κλαδί λυγάει
και στο αμόνι με σφυρί
αμέσως το χτυπάει.

Πέταλα, τσάπες, κάγκελα
φτιάχνει με μαεστρία.
«Νομίζω, κύριε σιδερά
ότι είστε αυθεντία.»

Ο ΒΑΡΕΛΑΣ

Βαρέλια φτιάχνει και πουλά
να βάλουν το κρασάκι,
σταγόνα να μη χύνεται
από το βαρελάκι.

Το λάδι μας, το ξύδι μας
τα όσπρια, τα παστά μας.
«Κύρ-βαρελά, θα βάλουμε
και όλα τα ποτά μας.»

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ

Τη γνώση έχει και την πείρα
και βότανα μες στον ντορβά.
Με τα δικά της γιατροσόφια
θα γιάνει βάσανα πολλά.

Τρέχει από σπίτι σ' άλλο σπίτι
όπου, καλέ, κι αν χρειαστεί.
«Είναι ο μπαμπάς μας αρρωστούλης,
έλα καλή μου, πρακτική».