Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Παιδική ποιητική ανθολογία


Η ποίηση, η λογοτεχνία, η ζωγραφική, η μουσική και γενικά η τέχνη είναι η αναπνοή, το οξυγόνο της ανθρώπινης ψυχής.
Ένα ποίημα σε λίγες γραμμές, μπορεί να εκφράσει όλα αυτά που ίσως δε χωράνε σε ένα ολόκληρο βιβλίο.
Η Χρωματιστή Τάξη διάλεξε μια σειρά ποιημάτων για παιδιά και έφτιαξε τη δική της Παιδική Ποιητική Ανθολογία.


ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Σαν ήρωες
  Οι φοιτητές, σαν ήρωες
από παλιά ιστορία,
γενναίο αγώνα κάνουνε
για την ελευθερία.

Τον φόβο δεν τον ξέρουνε,
συνθήματα φωνάζουν.
Με τις ζωές τους, τις μικρές,
την ιστορία αλλάζουν.


Ελλάδα, πες ευχαριστώ
  Ελλάδα, πες ευχαριστώ
στους νέους του Νοέμβρη.
Ποτέ, ποτέ να μην ξεχνάς
αυτά που 'χουν προσφέρει.


Ένα γαρίφαλο μικρό
  Ένα γαρίφαλο μικρό
σου έφερα και πάλι.
Στην πόρτα σού το άφησα,
στο πέτρινο κεφάλι.

Το χρώμα είναι κόκκινο
μα άσπρη, η ψυχή μου.
Θα 'θελα λίγο να το δεις,
να νιώσεις την πνοή μου. 


Ψωμί, παιδεία, ελευθερία
  Ψωμί, παιδεία, ελευθερία.
Αγώνας ενάντια στην τυραννία.
Ζωή, ανδρεία, αυτοθυσία.
Σήμερα σβήνεται η δικτατορία.

 
Το πολυτεχνείο ζει
  Το Πολυτεχνείο ζει
για πάντα στην καρδιά μας.
Σαν ηλιαχτίδα φωτεινή,
φωτίζει τα όνειρα μας.

Το Πολυτεχνείο ζει
μέσα από τις φωνές μας.
Και σαν να μην πέρασε στιγμή
φλογίζει τις ζωές μας.


Στου πολυτεχνείου τα μέρη
  Με ένα λουλούδι στο χέρι,
και μια φωνή σαν γροθιά
στου Πολυτεχνείου τα μέρη
ας πάμε παρέα, παιδιά.

Εμείς ποτέ δεν ξεχνάμε
τους ένδοξους τους φοιτητές.
Και κάθε χρονιά τιμάμε
του φασισμού τους νικητές.


Βήματα
Τα αίμα σας δεν έσβησε
και οι φωνές σας ζούνε.
Τα βήματά σας σαν το φως,
αυτά μας οδηγούνε.

Τον δρόμο ότι ανοίξατε 
θα γράψει η ιστορία.
Κι ελεύθεροι θα ζήσουμε
χωρίς δικτατορία.

 
Τα τανκς
Τα τανκς δε μας φοβίζουνε
Οι σφαίρες δε μας νοιάζουν.
Τώρα με τον αγώνα μας
γοργά τα πάντα αλλάζουν.

Τα όπλα σας θα λιώσουνε
οι φυλακές θα πέσουν.
Και όλα μας τα όνειρα
ξανά θα ζωντανέψουν.


Μ' ένα λουλούδι στο χέρι
Στέκομαι τώρα για λίγο
μ' ένα λουλούδι στο χέρι
και την αγκαλιά ανοίγω
σ' αυτά τα ιερά τα μέρη.

Κλείνω μέσα τη χαρά,
κλείνω και τη λύπη
και την ελπίδα γεννούν
της καρδιάς μου οι χτύποι.
 

Η σιδερένια πόρτα
Μπροστά στη σιδερένια πόρτα
τα τανκς στέκονται βουβά.
Μέσα κορίτσια κι αγόρια,
αγρίμια σε μαύρα κλουβιά.

Σε λίγο όλα τελειώνουν
κι η πόρτα θα σωριαστεί.
Μα οι φωνές δυναμώνουν
ψυχή που θα δοξαστεί.

Και μέσα απ' τα γκρίζα συντρίμμια
προβάλει μια άσπρη μορφή,
θα γίνουνε σπόροι τ' αγρίμια
ν' ανθίζει η νέα ζωή.


Η μνήμη είναι βιβλίο
Η μνήμη είναι βιβλίο,
σελίδες, άπειρες, πυκνές,
φωλιά και το Πολυτεχνείο
για των παιδιών μας τις φωνές.

Η μνήμη είναι βιβλίο
σελίδες αίματος, υγρές,
τα κάγκελα έγιναν θησείο
γι' όμορφες, αγνές ψυχές.

Η μνήμη είναι βιβλίο
σελίδες, τόσο ζωντανές,
και το κεφάλι ένα μνημείο
για ανυπότακτες ζωές. 

Η μνήμη είναι βιβλίο
σελίδες που 'ναι φωτεινές
και το μυαλό μας το αγγείο
για να τραφούνε οι γενιές.


ΓΙΑ ΤΟ ΄40

Όχι
«Όχι» φωνάζουν τα βουνά.
«Όχι» λένε οι κάμποι.
Σαν άστρο κει στον ουρανό
το «Όχι» πάντα λάμπει.

Και στο ρυάκι το νερό
«Όχι» θα τραγουδάει.
Και το πουλάκι στο κλαδί
«Όχι» θα κελαηδάει.

Το κύμα πάνω στον αφρό
το «Όχι» σχηματίζει.
Και το μικρό-μικρό παιδί
το «Όχι» ζωγραφίζει.


Ένας φαντάρος
Ένας φαντάρος ξεκινά
στο μέτωπο να πάει
τη μάνα και τ' αδέρφια του
τους αποχαιρετάει.

Το πρόσωπό του φωτεινό,
τα μάτια του γελάνε
και για τη νίκη του λαού
τα χείλη του μιλάνε.

Δεν ξέρει αν θα σκοτωθεί,
δεν ξέρει αν θα ζήσει.
Μόνο ένα πράγμα στο μυαλό·
τον φασισμό να σβήσει.


Τα όνειρα του ΄40
Γιε μου, στον πόλεμο που πας
δεν πας για να σκοτώσεις,
στα χιονισμένα τα βουνά
τα όνειρα θα σώσεις·

τη λεμονιά μας στην αυλή
το φαγητό στο πιάτο,
και τα παιχνίδια των παιδιών
με τον μικρό μας γάτο.

Αυτά είναι τα όνειρα,
αυτή είν' η ζωή σου.
Σ' αυτά τα λίγα πράματα
με την ψυχή ορκίσου.

Να μην τ' αρπάξει ο εχθρός
να μην τα αφανίσει
να γαληνέψει η καρδιά,
το γέλιο να ανθίσει.


Αέρα
  Στης Πίνδου τα ψηλά βουνά,
στο κρύο και στα χιόνια
 πρώτη φορά κελάηδησαν
της νίκης τα αηδόνια.

Και το τραγούδι ακούγονταν
μακριά, νύχτα και μέρα
κι οι στρατιώτες φώναζαν
το τρομερό «ΑΕΡΑ».

«ΑΕΡΑ» για τη λευτεριά,
«ΑΕΡΑ» στην ειρήνη,
«ΑΕΡΑ» για το δίκιο,
για την αδελφοσύνη.

 

Το χιόνι
Το χιόνι έγινε βουνό,
άφαντο το χορτάρι,
μια παπαρούνα κόκκινη
το αίμα στο λιθάρι.

Το σώμα μου δεν το κρατώ,
μα η ψυχή λιοντάρι.
Όταν «αέρα» τραγουδώ,
δεν παίρνω εγώ χαμπάρι.

Και πεινασμένος, άρρωστος
και με μισό ποδάρι,
τον τόπο μου, τον ιερό
κανείς δεν θα τον πάρει.


Δεν τους φοβάμαι
  Δεν τους φοβάμαι τους τρανούς,
τα όπλα, τα κανόνια,
τους Ιταλούς, τους Γερμανούς
που μαύρισαν τα χρόνια.

Σκοτάδι, ήρθαν και έφεραν
σε μια μικρή Ελλάδα,
μα οι Έλληνες την άναψαν
της λευτεριάς τη δάδα.

Και σκόρπισαν παντού το φως
με αίμα και αγώνες
κι όλη η Ευρώπη γεύτηκε
της λευτεριάς σταγόνες.


Είμαι παιδί της κατοχής
Είμαι παιδί της κατοχής,
της φτώχειας και της πείνας
και στα σοκάκια τριγυρνώ
της έρημης Αθήνας.

Ψάχνω ένα ξεροκόματο,
κει, μέσα στα σκουπίδια
και οι εχθροί με κυνηγούν
σαν μανιασμένα φίδια.

Κι αν πεινασμένο είμαι εγώ,
ξυπόλυτο παιδάκι,
σαν γίγαντας θ' αγωνιστώ
να φύγουνε οι δράκοι,

να έρθουνε οι όμορφες
της λευτεριάς οι μέρες,
να γίνουν ξέφρενα πουλιά
των Γερμανών οι σφαίρες.
 

Ο μικρός αντάρτης
Ένα παιδάκι το 'σκασε
απ' του σχολειού την πόρτα
τράβηξε, πήγε στο βουνό
και σύρθηκε στα χόρτα.

Το μίσος δεν το γνώριζε,
τον πόλεμο δε ξέρει.
Του Γερμανού ο φασισμός
τού όπλισε το χέρι.

Αντάρτης πήγε κι έγινε
για τη γλυκιά πατρίδα,
να λάμψει ακόμα μια φορά
της λευτεριάς η αχτίδα.


Η μαρίνα και οι φίλοι της
Μόλις περνούν οι Γερμανοί
την πόρτα της Αθήνας
τα δάκρυα κυλούν αργά
στα μάτια της Μαρίνας.

Το ήξερε πως ξεκινούν
οι δύσκολες ημέρες
και θα μαυρίσουνε ζωές
των Γερμανών οι σφαίρες.

Μα κάτω δεν το έβαλε
και μ' όλη την παρέα
στο υπόγειο μαζεύονταν
του φίλου τους Αντρέα.

Τις προκηρύξεις τύπωναν
μαζί με τη Μαρία. 
Στα σκοτεινά συζήταγαν
για την ελευθερία.

Και τα βραδάκια στα στενά,
αυτή κι η Δωροθέα
στους τοίχους έγραφαν κρυφά
συνθήματα γενναία.

Κι ο Αποστόλης κι ο Μηνάς,
κι ο Άρης και η Ρένα
αγώνα κάναν δίκαιο,
χωρίς φόβο κανένα.

Τα χρόνια πέρασαν σκληρά
κι ήρθε η ελευθερία,
μα, πια, τα γελαστά παιδιά 
ζούνε σε μέρη κρύα.


Δεν πέθαναν
Ήταν φωνές, ήταν καρδιές
ήταν χιλιάδες νέοι.
Μια μάνα τους αναζητά,
μια μάνα τώρα κλαίει.

Μα οι νεκροί δεν πέθαναν
και ούτε και σωπαίνουν.
Από το χώμα ξεπηδούν
παίρνουν ζωή, ανασαίνουν.

Στους δρόμους χύνονται γοργά
σημαίες ανεμίζουν,
τα χέρια απλώνουν στα παιδιά
και φως λαμπρό σκορπίζουν.

Όλοι μαζί ένας χορός.
Ποτέ του δεν τελειώνει.
Και ένα αύριο λευκό
πάντα θα ξημερώνει.


Μαζί
Κι οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί
κι οι Έλληνες κι οι ξένοι
από το χώμα αυτής της γης
αχ, είναι γεννημένοι.

Μαζί θα ανασαίνουνε,
μαζί και θα πονάνε
και προς το φως όλοι μαζί
παρέα θα προχωράνε.

Όμως το χθες δε χάνεται
και ούτε και ξεχνιέται.
Μα με το χθες σαν όπλο μας
ο φασισμός νικιέται.


Ελευθερία
Με του '40 την πνοή,
το φως του '21,
μέσα στα χρόνια διάβαινα
για να γνωρίσω εσένα.

Ψηλή, αχνή, αγέρωχη
στον χρόνο δοξασμένη
και με το χρώμα της πληγής
πάντα είσαι βαμμένη.

Ελευθερία, σ΄ έψαχνα
από τη χαραμάδα
του σήμερα, του αύριο
ως στην αρχαία Ελλάδα.


Το δέντρο της λευτεριάς
Σ' ένα χωράφι μια σταλιά
που λέγεται Ελλάδα
φύτεψα δέντρο-λευτεριά
το πότισα με δάκρυα.

Κι ήρθε και έγινε θεός,
με τον Θεό μιλάει
κι όσο κι αν θέλει ο εχθρός
το δέντρο δε λυγάει.

Και κάθε μέρα ξεπετά
νέους καρπούς και φύλλα.
Το βλέπω και αισθάνομαι 
τρανή ανατριχίλα.


Ελπίδα
  Ο πόλεμος είναι φωτιά
που καίει τους ανθρώπους
και στάχτη αφήνει μοναχά
στους όμορφους τους τόπους.

Μα από τη στάχτη ξεπηδά
μία μικρή ελπίδα.
Την άρπαξα, τη φύλαξα
αμέσως σαν την είδα.

Στη χούφτα μου την κράτησα
σφιχτά να μη μου φύγει
για να τη δώσω στους λαούς
κι ας είναι τόση λίγη.

Κι απ' την ελπίδα τράφηκε
ολόκληρος ο κόσμος
και έτσι άνοιξε ξανά
της λευτεριάς ο δρόμος.


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Ευχαριστώ
(Μάξιμος Κημέρης)

Ευχαριστώ τον ουρανό, τη γη, 
το φως και το φεγγάρι,
ευχαριστώ τα όνειρα 
στο ξύπνιο μαξιλάρι.

Ευχαριστώ τη μέλισσα
την πέτρα, το λουλούδι,
το παραμύθι της βροχής,
της φύσης το τραγούδι.

Ευχαριστώ τα χέρια σου
που φτιάχνουν τις εικόνες,
ευχαριστώ τις χίμαιρες
που πλάθουν Παρθενώνες.

Ευχαριστώ τα μάτια μου,
το σώμα, την ψυχή μου.
Και ψιθυρίζω ταπεινά:
«Είν' όμορφη η ζωή μου».


Αχάριστος
(Φανή Ρέντη)

Ποτέ δεν είπε ευχαριστώ
γιατί έμαθε να παίρνει.
Θερίζει τον μεστό καρπό
που ο διπλανός του σπέρνει.

Αρπάζει το ζεστό ψωμί
τάχα γιατί πεινάει.
Ευχαριστώ δε θα σου πει
τάχα γιατί ξεχνάει.

Ποια μάνα και ποιος δάσκαλος
δε του 'μαθε να λέει
αυτή τη λέξη την απλή
Αλήθεια κάποιος φταίει;


ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟ

Του δασκάλου η φωνή
(Λέλα Σταυράκη)

Του δασκάλου η φωνή
τώρα πια δε με φοβίζει
σαν τραγούδι την ψυχή
ανασταίνει και ανθίζει.

Να τον άκουγα ξανά,
να τον έβλεπα να γράφει,
το σεντούκι του μυαλού
να το γέμιζε χρυσάφι.


ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ

Η αγάπη είναι θεραπευτική
(Κάρολος Αρχοντάκης)

Άνοιξα την αγκαλιά μου
και μεγάλη ειν' η χαρά μου
που σε έχω εδώ κοντά μου.

Με 'βαλες στην αγκαλιά σου
μου 'δωσες τη ζεστασιά σου,
την αγάπη, τη γλυκιά σου.

Είναι όμορφη πολύ,
τόσο θεραπευτική,
η αγκαλιά σου η μικρή.