Σήμερα, η σκηνή του σχολείου μας μεταμορφώνεται σε μια παλιά γειτονιά, χωρίς αυτοκίνητα και καυσαέρια.
Θα ακούσουμε τον ντελάλη να διαλαλεί τα νέα, θα δούμε τον παγωτατζή να δροσίζει τα παιδιά, τον γανωτή να δίνει λάμψη στα κουζινικά και τον λουστράκο να σκύβει με μεράκι πάνω από το κασελάκι του.
Καθίστε αναπαυτικά, η παράσταση ξεκινά.
Καθίστε αναπαυτικά, η παράσταση ξεκινά.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στη σκηνή μπαίνει η γιαγιά Τασία με τις δύο εγγονές της.
Τους μιλά για τα παλιά χρόνια, όταν ήταν κι εκείνη κοριτσάκι.
Τότε που οι πόρτες των σπιτιών ήταν ανοιχτές και οι δρόμοι γεμάτοι από φωνές παιδιών, μυρωδιές και ανθρώπους γελαστούς.
Η γιαγιά με τα εγγονάκια της θα μας ταξιδέψουν στο χτες για να γνωρίσουμε τα παλιά επαγγέλματα.
Τα παιδιά έρχονται στη σκηνή, καθένα με τη σειρά του, για να παρουσιάσουν το επάγγελμά τους, απαγγέλοντας το ποίημά τους.
Ο ΛΑΤΕΡΝΑΤΖΗΣ
Με τη λατέρνα μου σκορπώ
νότες γλυκιές στον ουρανό.
Μικροί, μεγάλοι με κοιτούν,
και σταματούν και με ακούν.
Με άσματα από παλιά,
γεμίζει η πόλη μας χαρά.
«Παίξε, γλυκέ, λατερνατζή,
γλυκιά, ωραία μουσική.»
Ο ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ
Με το σφυρί και τη φωτιά,
και τα δικά μου υλικά,
γυαλίζω σκεύη σας παλιά,
κατσαρολάκια και ταψιά.
Μου δίνουν όλα τα μπακίρια
να γίνουνε σαν τα ζαφείρια.
«Γανωματή, γανωματή,
έλα σε τούτη την αυλή».
Η ΠΛΥΣΤΡΑ
Στην αυλή τα ρούχα πλένω,
να 'ναι άσπρα, καθαρά,
με σαπούνι και νεράκι
γίνονται αστραφτερά.
Τρίβω, στύβω και ξεβγάζω
κει, στον ήλιο τον ζεστό.
«Έλα, πλύστρα, για μπουγάδα
στο δικό μας σπιτικό.»
Ο ΛΟΥΣΤΡΟΣ
Στη γωνιά με κασελάκι,
πιάνω κάθε παπουτσάκι,
με τη βούρτσα το γυαλίζω,
με το χρώμα το μαυρίζω.
Σταματάνε οι διαβάτες
με τις όμορφες γραβάτες.
«Άστραψε, καλέ, λουστράκο,
τα σκαρπίνια μου, ανθρωπάκο».
Ο ΓΑΛΑΤΑΣ
Με το μικρό μου γαϊδουράκι,
φέρνω στα σπίτια γαλατάκι.
Κατσαρολάκια, μπουκαλάκια
γεμίζω για όλα τα παιδάκια.
Χτυπάω πόρτες σιγανά,
έξω να βγει η νοικοκυρά.
«Καλέ μου, κύριε, γαλατά
δώσε το γάλα στα παιδιά».
Η ΜΟΔΙΣΤΡΑ
Κάθομαι εκεί σκυφτή
με κλωστή και βελονάκι,
ρούχα ράβω στην κυρά,
ένα ωραίο ταγεράκι.
Η μεζούρα μου μετρά,
πόντο, μια σταλιά, δε χάνει.
«Μοδιστρούλα μου, καλή,
ράψε μου ένα φουστάνι».
Η γιαγιά θυμάται τότε που η μοδίστρα της έφτιαξε ένα πανέμορφο λουλουδάτο φόρεμα και βγήκε καμαρωτή να το δείξει σε όλους στην πλατεία.
Ο ΜΥΛΩΝΑΣ
Στον μύλο το σιτάρι αλέθω
πολλά σακιά μ’ αλεύρι έχω,
να φτιάξουνε γλυκό ψωμί,
κουλούρια, πίτα στη στιγμή.
Ο άνεμος με βοηθάει
κι ο μύλος έτσι τραγουδάει.
«Πάρε το στάρι, Μυλωνά,
κάν' το αλεύρι για ψωμιά».
Ο ΚΑΣΤΑΝΑΣ
Στη γωνιά του δρόμου ανάβω,
στη φουφού μου, τη φωτιά.
Στο χωνάκι τώρα βάζω
πέντε κάστανα ζεστά.
Παίρνουν, τρώνε οι διαβάτες
κι όλοι οι περαστικοί.
«Καστανά, καλέ μου, δώσ' μου
καστανάκια στο χαρτί.»
Η ΚΟΡΔΕΛΙΑΣΤΡΑ
Τι δαντέλες, τι φιογκάκια
τι χρωματιστά λουλούδια!
Φτιάχνουν τα χρυσά μου χέρια
τόσο όμορφα καλούδια.
Να τα βάλουν οι κυράδες
στα φουστάνια, στα καπέλα.
«Κορδελιάστρα, φέρε τώρα
μία όμορφη κορδέλα.»
Ο ΚΟΥΡΕΑΣ
Με ψαλίδι και χτενάκι,
πώς κουρεύω το παιδάκι.
Με ξυράφι και αφρό
ξύριζα τον νεαρό.
Τους γαβγίζουνε οι σκύλοι.
και «με γεια» τούς λεν οι φίλοι.
«Καλέ, κύριε κουρέα,
βάλε αρώματα ωραία.»
Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ
Με βελόνα και κλωστή,
τα παπούτσια διορθώνω.
Ρετσινόκολλα τους βάζω
και ωραία τα μπαλώνω.
Σόλες, δέρματα, κορδόνια,
για να αντέχουνε στα χρόνια.
«Πάρε, κύριε τσαγκάρη,
τούτο τα παλιό ζευγάρι».
Η ΥΦΑΝΤΡΑ
Στον αργαλειό μου κάθομαι,
και τακ και τουκ χτυπάω
χαλιά, τραπεζομάντηλα,
κουβέρτες, δες, γεννάω.
Και με μαλλί χρωματιστό
τα όνειρα υφαίνω.
«Υφάντρα μου, για ύφαινε
την κάπα, να πηγαίνω.»
Ο ΝΤΕΛΑΛΗΣ
«Ακούσατε, ακούσατε…»
φωνάζω στην πλατεία
με το χωνί στο χέρι μου,
δεν είναι φλυαρία.
Τα νέα η φωνούλα μου
αμέσως φανερώνει.
«Ντελάλη πες μας τι έγινε
και τι μας ξημερώνει».
Η γιαγιά κοιτάει τις πολυκατοικίες, τα τσιμέντα και θυμάται την παιδική της γειτονιά με τα πολλά δέντρα και τα πλακόστρωτα σοκάκια, τότε που έπαιζε ανέμελα με τις φιλενάδες της.
Ο ΠΑΓΟΠΩΛΗΣ
Με το κάρο μου περνάω
και τον πάγο κουβαλάω
δροσερά να τα ‘χουν όλα
φρούτα, γάλατα, μπριζόλα.
Παγωμένο το νεράκι
πίνουν το καλοκαιράκι.
«Παγοπώλη, φέρε πάγο
κρύα όλα τα φυλάγω».
Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ
Με βαρέλια και κουβάδες
κουβαλώ στους μαχαλάδες
το νερό για κάθε σπίτι
γιατί δεν υπάρχει βρύση.
Οι νοικοκυρές να βάλουν
την μπουγάδα, το τσουκάλι.
«Νερουλά, φέρε νεράκι
να ποτίσω το γλαστράκι.»
Ο ΜΑΡΑΓΚΟΣ
Με πριόνι και κοπίδι
ξύλα όλο πελεκάω.
Ίδρωσα, είμαι μουσκίδι,
το σφυρί μου κοπανάω.
Φτιάχνω ωραία τραπεζάκια
μια ντουλάπα, ένα κρεβάτι.
«Μαραγκέ μου, φτιάξε τώρα
της καρέκλας μας την πλάτη.»
Ο ΚΑΛΑΘΑΣ
Με καλάμια και τριχιές,
πλέκω εγώ καλάθια ωραία
για να βάζουνε τα φρούτα,
τους καρπούς κι όλα τα ρούχα.
Στη σκιά καθόμουν πέρα,
δούλευα όλη τη τη μέρα.
«Φτιάξε, κύριε, καλαθά
το καλάθι του μπαμπά.»
Ο ΑΜΑΞΑΣ
Η άμαξά μου η ξύλινη
τον κόσμο κουβαλάει.
Τα γκέμια εγώ μόνο κρατώ
τ΄ άλογο προχωράει.
Να πάνε στις δουλίτσες τους,
να κάνουνε σουλάτσο.
«Βρε, αμαξά, για πάρε με
στην άμαξα να κάτσω».
Ο ΠΑΓΩΤΑΤΖΗΣ
Με το καρότσι μου περνώ,
στη γειτονιά κάνω χαμό.
Φωνάζω: «Παγωτό γλυκό!»
και τρέχουν όλοι στο λεπτό.
Βανίλια, φράουλα, σοκολάτα,
χαρά σκορπώ σε κάθε στράτα.
«Παγωτατζή, παγωτατζή,
δροσιά σκορπίζεις στο στρατί.»
Όλα τα παιδιά τρέχουν χαρούμενα γύρω από τον παγωτατζή για να πάρουν από ένα παγωτό χωνάκι.
Κι όλοι μαζί τραγουδούν.
ΟΔΗΓΙΕΣ
1. Η παράσταση μπορεί να γίνει στην αίθουσα τελετών ή στο προαύλιο του σχολείου.
2. Ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών μπορούν να επιλεχθούν συγκεκριμένα επαγγέλματα για δραματοποίηση.
3. Το βασικό μουσικό κομμάτι της λατέρνας μπορεί να επαναλαμβάνεται σε κάθε δραματοποίηση.
4. Τα τραγούδια της γιορτής μπορούν να τραγουδηθούν με τη συνοδεία του μουσικού του σχολείου ή απλά να χρησιμοποιηθεί το οργανικό κομμάτι τους.
5. Η παράσταση μπορεί να γίνει από τα παιδιά μιας τάξης ή και περισσοτέρων.
6. Αν χρειαστεί, μπορούν να προστεθούν και άλλα επαγγέλματα.
Δες ακόμη τις παρακάτω αναρτήσεις.























