Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Πολιορκημένοι, μα πάντα Ελεύθεροι (έμμετρο θεατρικό για την έξοδο του Μεσολογγίου)


Το ποίημα Ελεύθεροι Πολιορκημένοι γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό και είναι εμπνευσμένο από την πολιορκία του Μεσολογγίου, το 1826. 
Οι κάτοικοι της πόλης είχαν περικυκλωθεί από τους εχθρούς και υπέφεραν από πείνα, αρρώστιες και στερήσεις. 
Παρ’ όλα αυτά, δεν έχασαν το θάρρος και την αγάπη τους για την ελευθερία κι ενώ είναι κλεισμένοι μέσα στην πόλη, νιώθουν ελεύθεροι στην ψυχή και προτιμούν να αγωνιστούν, να θυσιαστούν, παρά να παραδοθούν.  


Η Χρωματιστή Τάξη σού ετοίμασε ένα έμμετρο θεατρικό έργο, εμπνευσμένο από το ποίημα του Διονύσιου Σολωμού.
Διάβασε την περίληψη του έργου, άκου τις μουσικές και τα τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου και μετά κατέβασε τα κείμενα.

ΣΚΗΝΗ 1
ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Εμφανίζονται στη σκηνή ο Διονύσιος Σολωμός, ο Λόρδος Βύρωνας, ο Κωστής Παλαμάς και άλλοι ποιητές.
Αφηγούνται τα βάσανα των πολιορκημένων Μεσολογγιτών και την αγάπη τους για την ελευθερία.
Ο Σολωμός θα παραμείνει στη σκηνή και θα απαγγέλει στίχους από το ποίημα Ελεύθεροι Πολιορκημένοι σε όλη τη διάρκεια του θεατρικού.

Διονύσιος Σολωμός
«Το χάραμα επήρα του Ήλιου τον δρόμο,
κρεμώντας τη λύρα τη δίκαιη στον ώμο.
Κι απ' όπου χαράζει ως όπου βυθά,
θωράνε τη δόξα τα μάτια ορθά.»

Ποιητής
Το Μεσολόγγι ξαγρυπνά,
στην πείνα, στην αρρώστια.
Και ξημερώνει σκοτεινιά
και ανατέλλει βράδυ.

Μάνες βυζαίνουν στα παιδιά
αίμα καταραμένο
και παλικάρια στέκουνται
σαν πέτρες ραγισμένες.


ΣΚΗΝΗ 2
ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΣ
Έρχονται στη σκηνή οι μανάδες με τα πεινασμένα παιδιά.

Διονύσιος Σολωμός
«Της μάνας, ω λαύρα, τα τέκνα τριγύρου
φθαρμένα και μαύρα σαν ίσκιους ονείρου·
λαλεί το πουλάκι στου πόνου τη γη.
Και βρίσκει σπυράκι κι η μάνα φθονεί.»

Μητέρα
Το σπλάχνο μου σαν το κοιτώ
σκίζεται η ψυχή μου,
να σέρνεται και να πεινά,
να σβήνει, να χαλιέται.

Παιδί
Πεινάω, μάνα μου γλυκιά,
κι ούτε που ανασαίνω.
Πού ‘ν’ το ψωμί, πού ‘ν’ το νερό,
πού ‘ν’ η παλιά ζωή μας;

👂 Μητέρα μεγαλόψυχη (οργανικό)

ΣΚΗΝΗ 3
ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΕΡΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΓΗ
Στη σκηνή στέκονται πολεμιστές και τα όπλα τους βρίσκονται κάτω.

Διονύσιος Σολωμός
«Παράμερα στέκει ο άντρας και κλαίει·
αργά το τουφέκι σηκώνει και λέει:
Σε τούτο το χέρι τι κάνεις εσύ;
Ο εχθρός μου το ξέρει πως μου είσαι βαρύ.»

Πολεμιστής
Πολεμιστής λογίζομαι,
πολεμιστής γρικούμαι,
στέκομαι όμως σαν κλαρί,
ξερό, που δε σαλεύει.

Και τα κουμπούρια μου, κει, να,
χάμω, απάνω στο λιθάρι,
σαν λαβωμένο ζωντανό,
δες τα πως ξεψυχάνε.


ΣΚΗΝΗ 4
Η ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Λίγο πριν την έξοδο δύο ερωτευμένοι νέοι εκφράζουν τον έρωτά τους και αποχαιρετιούνται, μέσα στη ζοφερή ανοιξιάτικη ομορφιά.

Διονύσιος Σολωμός
«Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
και στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κηλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.»

Αγόρι
Νερά καθάρια και γλυκά,
νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στα μάτια σου
τα μοσχοβολισμένα.

Κορίτσι
Και δίνουνε τη μυρωδιά
κι αφήνουν τη δροσιά τους,
τρέχουν εδώ, κυλούν εκεί,
με τον δικό σου ιδρώτα.


ΣΚΗΝΗ 5
Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΗΣ ΛΕΒΕΝΤΙΑΣ

Διονύσιος Σολωμός
«Είν' έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν,
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με τον χάρο.»

Ήρωας 
Τη θύρα ανοίξτε, διάπλατα
να βγούμε στον αέρα,
να ανασάνουμε χαρά
πατρίδα να γευτούμε.

Ηρωίδα
Η υπομονή τελείωσε
τα λόγια δεν τα θέμε,
να δούμε λίγη ξαστεριά,
ανάσταση ή τέλος.


⬇ Πολιορκημένοι, μα πάντα Ελεύθεροι (κείμενα 1-4)
⬇ Πολιορκημένοι, μα πάντα Ελεύθεροι (κείμενα 5-9)


Αν θες να δεις και να μάθεις περισσότερα για το 1821, μπορείς να πατήσεις τους παρακάτω συνδέσμους.