Η Επανάσταση του 1821 είναι μία από τις πιο λαμπρές σελίδες στην ελληνική ιστορία.
Οι Έλληνες αποφάσισαν να αγωνιστούν για την ελευθερία τους και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους.
Οι ήρωες της Επανάστασης και οι αγώνες τους ενέπνευσαν πολλούς σπουδαίους ποιητές να γράψουν όμορφα ποιήματα.
Οι ήρωες της Επανάστασης και οι αγώνες τους ενέπνευσαν πολλούς σπουδαίους ποιητές να γράψουν όμορφα ποιήματα.
Μέσα από τα ποιήματα αυτά μαθαίνουμε για τη γενναιότητα, την ελπίδα και τα όνειρα των ανθρώπων εκείνης της εποχής.
Ας γνωρίσουμε ποιήματα εμπνευσμένα από το 1821.
Ας γνωρίσουμε ποιήματα εμπνευσμένα από το 1821.
Η ΝΙΚΗ
Κωστής Παλαμάς
Εδώ στο Ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο και ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
απ’ τον αρχαίο τον καιρό,
στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε
κι έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί.
Εδώ στο Ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο κι ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
απ’ τον αρχαίο τον καιρό,
Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,
τη Νίκη τη παντοτινή,
την είδα εμπρός μου να προβάλλει
με φορεσιά ολοφωτεινή.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ
Ιούλιος Τυπάλδος
Έχετε γεια, ψηλά βουνά και κρυσταλλένιες βρύσες,
χαράματα με τις δροσιές, νύχτες με το φεγγάρι,
και σεις, μαύρα κλεφτόπουλα, που στην Τουρκιά ετρομάξτε!
Αρρώστια δε με πλάκωσε και πηαίνω να πεθάνω,
κι αν πάρει βόλι το κορμί, πάλι, η ψυχή απομένει.
Μαύρο πουλάκι θα γενώ, μαύρο χελιδονάκι,
να ‘ρθω το γλυκοχάραμα να ιδώ που πολεμάτε,
και σα σχολάσει ο πόλεμος κι εβγεί τ’ αχνό φεγγάρι,
πάλι θε να ‘ρθω να σταθώ σ’ ένα κυπαρισσάκι
τα λίγα τα κλεφτόπουλα, που βρω στη γη να κλάψω,
μέσα στης νύχτας την ερμιά, στον ύπνο που κοιμούνται,
Ν’ ακούσουν οι μανάδες τους να τα μοιρολογήσουν.
-Για ιδές η θύρα του Πασά, και πάψε το τραγούδι!
Έχετε γεια, ψηλά βουνά, τρεχούμενα ποτάμια.
Αδέλφια, να με θάψετε σε μια ψηλή ραχούλα,
ν’ ακούω τ’ αηδόνια που ‘ρχονται και φέρνουν τον Απρίλη.
ΔΙΑΚΟΣ
Κώστας Καρυωτάκης
Μέρα τ' Απρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.
ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.
Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.
Τ' άνθη ευωδιούσαν.
κι είπε απορώντας:
«πώς να πεθάνω; »
η Μοίρα σ’ έχει τάξει, Μάννα Ελλάδα,
τη λευτεριά να διαφεντεύεις στους αιώνες.
Χαρά σου, όταν Φειδίες με λαμπεράδα
στη γη σου πελεκούνε Παρθενώνες
κι Αισχύλοι ανάβουν θεία ανέσπερη λαμπάδα.
Μα ο πόνος σου βαθύς, όταν βαραίνει
τυράννων μαύρη σκιά τ’ άγιο σου χώμα
και της ελπίδας τους ανθούς αργομαραίνει.
Κακό όμοιο εκράτει κάποτε -κι ακόμα
πιο ασήκωτο- την όψη σου θλιμμένη.
Κι ήταν πικρόχολο, που σώπαινε το στόμα
Μια αυγή όμως -της φυλής την αμαρτία
το πλήρωμα του χρόνου είχε ξεπλύνει-
το βλέμμα ρίχνοντας στην που έσβηνεν εστία,
Τινάχτεις, Κι ήταν Μάρτης, οι άσπροι κρίνοι
ευώδιαζαν. Τινάχτεις την αιτία
για να μετρήσεις του κακού, που φρένα λύνει
Κι ως στάθηκες ψηλά στο μετερίζι,
με ορμή, που ξεπερνούσε και του ανέμου,
το κοφτερό έσυρες σπαθί σου, που σπιθίζει.
Και φώναξες τρανά: «Καιρός πολέμου.
Με ανθούς του ονείρου η γη ξαναγεμίζει.
Ανάστα τώρα με την άνοιξη, λαέ μου».
ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ
Διονύσιος Σολωμός
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
κι οσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Και μες τη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες της λίμνης τα νερά, οπ’ έφθασε μ’ ασπούδα
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα.
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κ’ εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
ΕΜΠΡΟΣ!
Κωστής Παλαμάς
Εμπρός! Ολόρθοι, ατρόμαχτοι.
Μαυρίλα. Αστροπελέκι.
Μα το σπαθί γοργάστραψε,
και νά! η βροντή τουφέκι!
Στον Πίντο απ’ τον Ταΰγετο,
και στα Μπαλκάνια, ως πέρα,
μια η φλόγα, μια η φοβέρα,
κι ένας ο νους. Εμπρός!
Εμπρός, αδέρφια, ατράνταχτοι!
Κι αν πέφτει αστροπελέκι,
να! το σπαθί γοργάστραψε,
βρόντησε το τουφέκι.
Κρήτη, ο Μωριάς, η Ρούμελη,
εμπρός! η Ελλάδα λάμπει,
αχολογάν οι κάμποι,
καίνε οι καρδιές. Εμπρός!
ΤΑ ΨΑΡΑ
Μαρία Λαϊνά
Το τέλος του κόσμου θα ’ναι
μια μέρα τρυφερή
με βήματα ανθρώπων.
Τότε μπορεί
στην ερημιά ενός απέραντου ουρανού
να βαδίσει, μπορεί, ένα πουλί
ίσως σπουργίτης
γιατί μου είπαν πως αυτός περισσότερο απ’ τα πουλιά
επιθυμεί τον έρωτα
μπορεί λοιπόν
χωρίς δόξα καμιά
και τυλιγμένες τις φτερούγες του στους ώμους
να κλάψει μουγγός
την παρουσία του θανάτου
που τη σκιά του απ’ τη γη στον ουρανό θα ρίχνει
και δεν θα χρησιμεύει πια το πέρασμά του
για προφητείες
παρά για αυτοψία.
ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ
Νίκος Μαραγκός
Φλογάτη η σκέψη μου γυρνάει σε σένα
πολέμαρχε, πανάξιε ρασσοφόρε,
κι απ’ τη λεβέντισσα γενιά του Εικοσιένα,
πελώριε γυπαητέ, τροπαιοφόρε.
Σαν του βοριά την άγρια ανεμοζάλη
πρόλαβες με την πύρινη ρομφαία
να κρούσεις του τυράννου το κεφάλι
θανατερής οργής, βροντή μοιραία.
Κι όταν η Αραπιά μπήκε στη χώρα,
ν’ απλώσει τη φωτιά πέρα ως πέρα,
σίφουνας ξεσηκώθηκες και μπόρα
κι έπεσες με τα στήθια στο Μανιάκι,
κρατώντας την ατίμητη παντιέρα,
που δόξασαν Κανάρηδες και Διάκοι.
ΚΑΝΑΡΗΣ
Κώστας Καρυωτάκης
Κάποιοι δαιμόνιοι
τον είχαν στείλει.
Έγινε αχείλι
κόσμου που επόνει.
(Ήρωες χρόνοι!)
Καί πώς εμίλει
μέ το φιτίλι,
με το τρομπόνι!
Τό πέρασμά του,
μήνυμα κρύο
μαύρου θανάτου.
κι είχε θείο
χέρι που φλόγα
κράταε κι ευλόγα.
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, οι λαγκαδιές, τα δένδρα,
οι βρύσες, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,
στέκουν βουβά ν' ακούσουνε την προσευχή του Διάκου.
« Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,
Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια
καί μώλεγε να δεηθώ για κειούς, που το χειμώνα
σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά με χιόνια, μ' αγριοκαίρια,
για να μη ζούνε στο ζυγό, ένιωθα τη φωνή μου
να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου,
μου ετρέμανε τα γόνατα, σα νά 'θελε η ψυχή μου
να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.
Ύστερα μούλεγε κρυφά να Σου ζητώ τη χάρη
και να μ'αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω
και να μην έρθη ο θάνατος να μ'εύρη να με πάρη,
πρίν πολεμήσω ελεύθερος, για Σέ πριν το ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε, άκουσες την ευχή μου•
μου φύτεψες μέσ' στην καρδιά αγάπη, πίστη, ελπίδα,
έδωκες μια αχτίδα Σου αθέρα στο σπαθί μου
και μού'πες: Τώρα πέθανε για Με, για την Πατρίδα.
Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγες στιγμές ακόμα
και σβηώνται τ' άστρα Σου για με. Για με θα σκοτειδιάση
τ' όμορφο γλυκοχάραμα. Θα μου κλειστή το στόμα,
που εκελαηδούσε στα βουνά, στη ρεματιά, στη βρύση•
θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα,
που μου ήταν αδερφοποιητή κι όπου μ' εμέ στη φτέρη
αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα
καί στ' άψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.
Όλα τ' αφήνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω.
Και τό'χω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα
αυτήν την έρμη την ποριά με το κορμί να φράξω.
Ευχαριστώ Σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα
και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.
Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση
και στοίχειωσε κάθε σπειρί από τα χώματα μου,
να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.
Θέ μου! ξημέρωσέ τηνε την αυριανή τη μέρα!
Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώ' η ζήλεια.
Θα χλιμιντράνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα
με τ' άγρια τα χνώτα τους γκέκικα καριοφίλια,
θα γίνουν πάλι τα Θερμιά λαίμαργη καταβόθρα.
Χιλιάδες ήρθαν θερισταί και Χάρος οργοτόμος,
μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως δε θα μείνη λώθρα
σ' αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος.
Κι εμείς θα πάμε με χαρά σ' αυτόν τον καταρράχτη.
Επάνωθέ μας θά'σαι Σύ, και τα πατήματα μας
θα νά'χουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη,
πώμεινε σπίθ'ακοίμητη βαθιά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση,
πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση
τώρα με τα Μαγιάπριλα ή δουλωμένη χώρα.
Ευλογημέν' η ώρα!»
Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη
κι εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα.
Έβραζε μέσα του η καρδιά και στα ματόκλαδά του
καθάριο, φωτοστόλουστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ...
Χαρά στο χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση.
Πλαγιάζει ο λεονταρόψυχος! Τα νιάτα, η θωριά του,
τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφήνουν
κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει
στον κόρφο της η άνοιξη, σα νά'τανε παιδί της•
Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπο του.
χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη
ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα,
γλυκαίνει το χαμαίδρυο, στου χαμαιλειού τη ρίζα
αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι,
που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του
αλλού στυλώνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση
στ'ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν
στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.
Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος! Του ύπνου του οι ώραις
όσο κι'αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν
ν'αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα
του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην την ρανίδα
πώσταξ' από τα μάτια του θα ξεπλυθή η μαυράδα,
που ελέρωνε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι.
Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη,
σαν αητός μες στη φωλιά, ολάκερο ένα γένος
έκλωθ' εκείνην την βραδιά. Όταν προβάλ'η μέρα,
θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια,
με θεριεμμένα τα φτερά, ν'αρχίσουν το κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους,
πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια
να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!
ΜΠΑΪΡΟΝ
Κώστας Καρυωτάκης
Ένοιωσεν ότι
του ήταν οι στίχοι
άχαρη τύχη
και ματαιότη.
Η ορμή του η πρώτη
πιά δεν αντήχει,
αλλά, στα τείχη,
ένδοξη νιότη.
Γίνονται οι γέροι
γαύροι. Θα ορμήσει
ανδρών λουλούδι.
Κι ο Μπάιρον ξέρει
πως να το ζήσει
το θείο Τραγούδι.
ΕΠΕΣΑΝΕ ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Επέσανε τα Γιάννενα, σιγά να κοιμηθούνε,
εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.
Η μάνα σφίγγει το παιδί βαθιά στην αγκαλιά της,
γιατί είναι χρόνοι δίσεχτοι και τρέμει μην το χάσει.
Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος και μνήμα το κρεβάτι,
κι η χώρα κοιμητήριο κι η νύχτα ρημοκλήσι.
Άγρυπνος ο Αλη-πασάς, ακόμη δε νυστάζει,
κι εις ένα δέρμα λιονταριού βρίσκεται ξαπλωμένος.
Το μέτωπό του είναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο
και το ΄βαλεν αντίστυλο το χέρι του, μην πέσει.
Χαϊδεύει με τα δάχτυλα τα κάτασπρά του γένια,
που σέρνονται στου λιονταριού τη φοβερή τη χαίτη.
Αγκαλιασμένα τα θεριά, σου φαίνονται πως έχουν
ένα κορμί δικέφαλο , το μάτι δε γνωρίζει
ποιο τάχα να 'ν΄ το ζωντανό και ποιο το σκοτωμένο.
25 ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ 1945
Μενέλαος Λουντέμης
Του Μάρτη εικοσπεντάημερα, σα σήμερα μια μέρα
σύγκορμη εσείστηκε η φυλή σα θάλασσα αφρισμένη,
κυμάτισε το φλάμπουρο σα στάχυ στον αγέρα.
Κι ο μαύρος υποταχτικός από τη γη εσηκώθη,
κάνει σπαθί τ’ αλέτρι του και στο φονιά χυμάει.
Χτύπησε και χτυπήθηκε, μάτωσε κι εματώθη.
Ώσπου στην Πύλο ερόδισε του λυτρωμού τ’ αστέρι.
Χρόνοι περάσαν μίζεροι από τότε και θλιμμένοι,
αγκομαχούσαν οι γενιές στο μάταιο μεροδούλι.
Και μιαν ημέρα τ’ Απριλιού ξαναπλακώνει η νύχτα,
μια μαύρη νύχτα ανήμερη που τη φυλή θερίζει.
Ο ματωμένος ζώστηκε ξανά το καριοφίλι
και πιάνει τις ψηλές κορφές να τονε πολεμήσει.
Βόλι το βόλι τη φωτιά, κόμπο τον κόμπο το αίμα,
κάνει τον κοσμοχαλαστή κι αναριγά απ’ τον τρόμο.
25 ΜΑΡΤΗ 1821
Άγγελος Σικελιανός
Τον αγώνα μας πρωτόφλεβα
καρδιά του Εικοσιένα,
για να σε χαιρετίσουνε
ορθό είναι σηκωμένοι
γυναίκες, γέροντες, παιδιά
κι εγώ στη σύναξή τους
για βιαστικό αντροκάλεσμα,
για σημερινό σημάδι.
Τι τώρα σμίγει το αίμα Σου
στην πιο πλατιά του κοίτη
μ’ όσο αίμα χύθηκεν εχτές,
και, δες το, ξεχειλίζει
να μπει ποτάμι ακράτηγο
με τα ποτάμια τ’ άλλα
των Λαών που ορμάν στη λευτεριά
π’ ανοίγεται μπροστά τους
ανθρωποθάλασσα της ζωής,
σ’ εσέ, Δημοκρατία.
Ο ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΑ
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που ‘σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που ‘πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σούγλυφα και σούπλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ’ εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο πούθε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα ‘φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό…Εξύπνησα λιοντάρι…»
Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ‘ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.
Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.
«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»
«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ’ αχνάρια…
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια…
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»
Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να ‘ταν από χιόνι
Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ‘ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΑΡΗΣ
Αλέξανδρος Πάλλης
Όλη η βουλή των προεστών στο μώλο συναγμένη
είπε πως όξω στη στεριά τους Τούρκους θα προσμένει.
Τότε έβγαλα το φέσι
και να μιλήσω θάρρεψα προβάλλοντας στη μέση:
«Τίποτα, αρχόντοι, δε φελά, μονάχα το καράβι!»
Σα μ’ άκουσε ένα απ’ τα τρανά καλπάκια μας, ανάβει
και το φαρμάκι χύνει:
«Ποιός είναι αυτός, και πώς τον λέν, που συμβουλές μας δίνει;»
Να τα Ψαρά πως χάθηκαν. Κι εγώ φωτιά στο χέρι
πήρα, και πέρα τράβηξα κατά της Χιός τα μέρη,
κι είπα από κει -δε βάσταξα- με χείλια πικραμένα:
«Να πώς με λεν έμενα».
ΜΑΤΡΟΖΟΣ
Γεώργιος Στρατήγης
Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ’ τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γερο- Καπετάνος,
που ακόμα και στον ύπνο του τον έτρεμε ο Σουλτάνος.
Είναι από κείνους που έχυσαν τ’ αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες Πατρίδα μου χρυσή,
είναι από εκείνους που έβαλαν στη κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου άλλα,
μα κείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.
Σαν έγραψαν με το δαυλό την ιστορία μόνοι,
χωρίς γι’ αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίκτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ’ ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.
Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
με καπετάνους σαν ιδεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που ’χε ναύτες του, με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου ’λεγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.
« Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ’ αποθάνω»,
στο τέλος πάντα μου ’λεγε μ’ έν’ αναστεναγμό,
« Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ’ εύρετε μια μέρα από την πείνα…
Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής απ’ τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή του έσωσα μια μέρα
απ’ έξω απ’ την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ’ εκείνον που’ χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη».
Πέντε – έξη ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ’ απ’ το νησί και πως ερχόταν πρώτα.
«Εδώ τι θέλεις, γέροντα;» ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. «Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής;». «Ποιός Κωνσταντής;». «Αυτός..ο Ψαριανός».
«Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ στο υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε στο φτωχοκομείο!».
Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλικαριού:
« Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δε θα φορούσαν στέμμα! ».
Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να ιδεί ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να ’ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει μ’ όνειρο μαζί και παραμύθι.
Τον κοίταξε, τα μάτια του μες τα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνιο εφάνηκαν με τη φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος το γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.
«Δε με θυμάσαι Κωνσταντή;» σε λίγο του φωνάζει,
«γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!…»
«Ποιος το ’λπιζε να δει ποτές», ο γέροντας στενάζει,
«τον καπετάνιο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!…»
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.
«Ποιος είσαι καπετάνο μου; Και ποιο ’ναι το νησί σου;».
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό.
«Πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε θυμήσου
απ’ της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό».
«Μήπως στη Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη;
Στη Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη;».
«Απ’ έξω απ’ τη Τένεδο…πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ’ τη στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω, Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια..
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ…
Χρόνος δεν ήταν που ’καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα,
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα…»
Απ’ έξω απ’ την Τένεδο, θυμάσαι; Μια φρεγάδα
σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια
και συ γεράκι γύρω τους… επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλιστρούσες και στον κρότο.
Σε καμαρώνω από μακριά…κι οι ναύτες κι οι λοστρόμος
μ’ εξόρκιζαν να φύγουμε, τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε επάνω στο τιμόνι,
θάρρος στους ναύτες σου έδινες…δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και « Όρτσα! Μάϊνα τα πανιά! » φωνάζω στα παιδιά μου.
Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες… μ’ αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε, η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σα δελφίνι γρήγορα και κείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάξανε: «Τι κάνεις Καπετάνο;»
Και ’γω τους λέω: «Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω…»
Και σου πετώ τη γούμενα… και δένεις το μπουρλότο…
Κάνω τιμόνι δεξιά… το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε, θυμάσαι; σου φωνάζω,
«Πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς», μα δεν μ’ ακούς κι αφήνεις
άλλους ν’ ανέβουν… έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω
και σ’ έσωσα κι εφύγαμε… μα δάκρυα βλέπω χύνεις!…»
«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ’ άσπρα τους γένια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την Άνοιξη το λειώνει.
Ο ΔΗΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΙΟΦΥΛΙ ΤΟΥ
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Εγέρασα, μωρέ παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τωρ’ αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το ‘χυσα, σταλαματιά δε μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ το λόγγο
να ‘ναι χλωρό και δροσερό, να ‘ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώσε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιος ξέρει απ’ το μνήμα μου τι δένδρο θα φυτρώσει!
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του από κάτω
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε.
Να τραγουδούν τα νιάτα μου και την παλικαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα να μου παίρνουν,
να πλέουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.
Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδριά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε.
Τ’ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
Σταθήτ’ εδώ τριγύρω μου, σταθήτ’ εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.
Κι έν’ από σας το νιώτερο ας ανεβεί τη ράχη,
Ας πάρει το τουφέκι μου, τ’ άξιο μου καριοφύλι.
Κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.
«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θα να βογγύξει ο βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ’ αγεράκι του βουνού, όπου περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει θα σβηστεί θα ρίξει τα φτερά του,
για να μη πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
και τήνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει ο Πίνδος
και λιώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.
Τρέχα, παιδί μου, γλήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω τη βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σαν νά ‘τανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει
«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά, κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη και την ύστερη, τ’ άξο το καριοφύλι
βροντά, μουγκρίζει σαν θεριό, τα σωθικά του ανοίγει,
φεύγει απ’ τα χέρια, σέρνεται στο χώμα λαβωμένο,
πέφτει απ’ του βράχου το γκρεμό, χάνεται, πάει, πάει.
Άκουσ’ ο Δήμος τη βοή μες στο βαθύ τον ύπνο,
τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…
«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβήωνται, πάνε.
ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
Άγγελος Σικελιανός
Χαρά σε κειόν που πρωτοσήκωσε
απ’ τις σκόνες σκεπασμένο,
το δίστομο σπαθί του λόγου σου
στον ήλιο, Μακρυγιάννη,
κι είδε που οι κόψες του μεμιάς ξαστράψαν,
κι οι δυο πλευρές του λάμψαν,
γυμνές,
σαν να ‘βγαιναν την ίδια τούτην ώρα από το ακόνι,
και πως βωδούσαν, απ’ τη μια μεριά πλυμένες
με το αίμα των οχτρώνε,
κι απ’ την άλλη
σάμπως να θέρισαν αυτήν την ίδιαν ώρα
μοσκιές και βιόλα απ’ του μπαξέ Σου τα λουλούδια!
Κι απάνω και στις δυο πλευρές γραφή
Απ’ τη μια,
τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:
«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,
και δε θα μπούμε εύκολα στου αυγού το τσόφλι,
γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ’ αυτό να ξαναμπούμε πίσω
μα εγίναμε πουλιά
και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε».
Κι απ’ τη δεύτερη πλευρά, γραφή άλλη χαραγμένη:
«Απάνω στην αλήθεια μου ακόμα και τον θάνατο τον δέχομαι
τις τόσες φορές τον θάνατο εζύγωσα, αδερφοί μου
και δε με πήρε,
που για τούτο,
το θάνατο καταφρονώ,
κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω».
Χαρά σε κειόν που πρωτοσήκωσε απ’ το χώμα αυτήν τη σπάθα
και τέτοια διάβασε απάνω της βαγγέλια.
Η ΦΥΓΗ
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
«Τ’ άλογο! τ’ άλογο! Ομέρ Βρυώνη,
το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
Τ’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.
»Για ιδές, σα δαίμονες μας πελεκάνε!
Κάτου απ’ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια
κυλάνε ανάκατα σαν να ’ν’ λιθάρια.
»Τ’ άλογο! τ’ άλογο! Ακούς πώς σκούζουν!
Οι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Άνοιξ’ η κόλαση και μου ξερνάει
τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.
»Βρυώνη, πρόφθασε? ακόμη ολίγο,
κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
Τ’ άλογο!… Γνώρισα τη φουστανέλα
του εχθρού μου τ’ άσπονδου Λάμπρου Τζαβέλα.
»Δεν τόνε βλέπετε, σα Χάρος φθάνει
ψηλ’ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
Νιώθω το χέρι του μες στην καρδιά,
που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.
»Ανεμοστρόβιλος, θεοποντή,
όλα σα σίφουνας θα καταπιεί.
Το μάτι επάνω μου άγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.
»Κρύο το σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Ακούτε, ακούτε τον πώς μου φωνάζει.
Νιώθω το χνότο του φωτιά ζεστό,
πόρχετ’ επάνω μου σα να ’ναι φιό.
»Τ’ άλογο! τ’ άλογο, Ομέρ Βρυώνη.
Ο ήλιος έπεσε, νύχτα σιμώνει…
Άστρα, λυτρώστε με? αυτή τη χάρη
ζητάει ο Αλήπασας, πιστό φεγγάρι.»
Εμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο,
άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο αράπικο, το λεν Βοριά.
Χτυπάει το πόδι του, σκάφτει το χώμα,
δαγκάει το σίδερο πόχει στο στόμα.
Ρουθούνια διάπλατα και τεντωμένα
αχνίζουν κόκκινα σαν ματωμένα.
Ακούει τον πόλεμο και χλιμιτάει.
Τ’ αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει.
Ολόρθ’ η χήτη του, ολόρθ’ η ορά,
λυγάει το σώμα του σαν την οχιά.
Σκώνεται λαίμαργο στα πισινά του.
Λάμπουν τα νύχια του, τα πέταλά του.
Λες και δεν έγγιζε κάτου στη γη…
Κρίμα που το ’θελαν για τη φυγή!…
Ο Λάμπρος το ’βλεπε κι από τη ζήλεια
κρυφ’ αναστέναξε, δαγκάει τα χείλια:
«Άτι περήφανο, να σ’ είχα εγώ,
μέσα στα Γιάννινα ήθελα μπω».
Ωστόσ’ ο Αλήπασας, από τον τρόμο,
τα χήτη του άρπαξε, πετάει στον ώμο…
Σα βόλι γλήγορο, σαν αστραπή,
το άτι χάθηκε με τον Αλή.
Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Τους εκυνήγαε αχνή τρομάρα?
νύχτα κατάμαυρη και συγνεφιά
γύρω τους στέκονται για συντροφιά.
Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Αίματα στάζουνε τα φτερνιστήρια?
αφρούς σα θάλασσα τ’ άλογο χύνει,
σκιάζεται ο Αλήπασας, καιρό δε δίνει.
Καθώς διαβαίνουνε, τρίζει ένα ξύλο,
φυσάει ο άνεμος, πέφτει ένα φύλλο,
πουλάκι επέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πότρεχε μες στο λαγκάδι?
όλα ο Αλήπασας, όλα τρομάζει,
κρύος ο ίδρωτας βρύση τού στάζει.
Τ’ άλογο αυτιάζεται, δεν ανασαίνει,
τα πόδια εστύλωσε, λύκος διαβαίνει,
και κειος τα δάχτυλα σφίγγει στη σέλα,
τα μάτια του έβλεπαν παντού Τζαβέλα.
Παντού του φαίνονται πως είν’ κρυμμένα
σπαθιά που λάμπανε ξεγυμνωμένα.
Μακριά τα γένια του, άσπρα σα χιόνι,
τα παίρνει ο άνεμος, σκόρπια τ’ απλώνει
εμπρός στο στόμα του και στο λαιμό,
λες και τον έχουνε για πινιμό.
Καθώς τα κύματα με τη νοτιά
τη νύχτα χάνονται στη σκοτεινιά,
και δεν χωρίζουνε παρά οι αφροί των
ψηλά που ασπρίζουνε στην κορυφή των,
έτσι και τ’ άλογο κείνο το βράδυ
σαν κύμα διάβαινε μες στο σκοτάδι,
κύμα ολοφούσκωτο και σκοτεινό,
πόχει τ’ Αλήπασα τα γένια αφρό.
Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ’ εδείλιασε το μαύρο τ’ άτι,
φθάνει, και τρέμουνε τα γόνατά του?
ακούς πώς βράζουνε τα σωθικά του!
Λυσσάει ο Αλήπασας και βλαστημά.
Το φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Το άτι φούσκωσε, βαριά μουγκρίζει,
δίνει ένα πήδημα και γονατίζει.
Η καρδιά μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ’ αυτιά του γέρνουνε, πέφτει στη γη.
Σπαράζει, ανδρειεύεται και ροχαλιάζει,
απ’ τα ρουθούνια του το αίμα στάζει.
Κ’ εκεί που τ’ άλογο ψυχομαχάει,
βουβός στη λύσσα του ο Αλής τηράει,
τηράει ανήσυχος, αχνός, να ιδεί.
Τ’ αυτιά του ετέντωσε ν’ ακουρμαστεί.
Ακόμα σκιάζεται του εχθρού τα βόλια,
και αρπάζει τρέμοντας τα δυο πιστόλια.
Τ’ άτι το δύστυχο δίπλα στο χώμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ακόμα,
και δεν τον άφηνε καλά ν’ ακούσει
αν κείν’ οι δαίμονες τον κυνηγούσι.
Άφριασ’ ο Αλήπασας, καίετ’, ανάφτει,
τα βόλια τόφτεψε μες στο ριζαύτι.
Τ’ άτι εταράχτηκε σαν το στοιχειό
και μ’ ένα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Το μάτι ακίνητο και καρφωμένο
έμειν’ επάνω του θολό, σβημένο.
Ακούει πατήματα, φωνές πολλές…
Αχ, τον επρόδωκαν οι πιστολιές!
Σιμώνει ο θόρυβος, το αίμα του πήζει,
έπιασε τ’ άλογο για μετερίζι.
Γιομίζει τ’ άρματα, και στο μαχαίρι
σιγά και τρέμοντας ρίχνει το χέρι.
Ακούει που φώναζαν «Βιζίρη Αλή».
Κ’ εκείνος έλιωνε σαν το κερί.
Πάλε φωνάζουνε! Κάθε φορά
ακούετ’ ο θόρυβος πλέον σιμά.
Το μάτι ολάνοιχτο ο Αλής καρφώνει:
«Βοήθα με,» φώναξε, «Ομέρ Βρυώνη!»
Έτσι ο Αλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στα Γιάννινα σαν πεθαμένος.
Όσο κι αν έζησεν, η φουστανέλα
του Λάμπρου τόστεκε στα μάτια φέλα.
Η ΔΟΞΑ ΣΤΟ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙ
Κωστής Παλαμάς
Γη μοιρόγραφτη, πάνε εκατό χρόνια.
Πώς τη δαρμένη κράτησε Ελλάδα,
στο λυγισμένο το κορμί σου απάνου.
Γη στοιχειωμένη, {…}
Ψάλε πάλι: «Καημένο Μισολόγγι,
δαρμός, καλημός και μπορλόι σε λένε.
Πως κλαίτε, μάνες για παιδιά, για μάνες,
παιδιά πως κλαίτε!
-Δεν κλαίμε εμείς το σκοτωμό,
εμείς κλαίμε
το σκλαβωμό. Α! το βράδυ του Λαζάρου…
Πατρίδα ποιος θ’ δράξει απ’ τα νύχια
κι εσέ του Χάρου; {…}
Ανοίχτε κι οι εκλησιές, δακρύστε, εικόνες,
κατάσταυρα όλες μας χτυπάν οι μπόρες…
Του κόσμου τ΄ αποπαίδια εμείς; Περνάνε
κι οι μέρες κι οι ώρες…
Μα δεν περνάμ’ εμείς γυρτοί ραγιάδες!
Εμπρός! Ορθοί! Με το σπαθί στο χέρι!
Μπροστά οι νέοι, κατάματα οι γυναίκες,
ελάτε οι γέροι,
κι οι λαβωμένοι κι οι άρρωστοι κι όσοι ήρωες
και ζωή και τάφο γη δε θέλετ’ άλλη,
το δαυλί σας αγιάζει του Δεσπότη
και του Καψάλη» {…}
ΚΑΝΑΡΗΣ
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Τη νύχτα που παράδερνες μ' ένα δαυλί στο χέρι
κ' εσπιθοβόλεις κεραυνούς κ' έφεγγες σαν αστέρι,
όταν φτωχός, αγνώριστος, μικρός, χωρίς πατρίδα
τη ματωμένη επλεύρωσες, Κανάρη ναυαρχίδα,
αν όταν ανεπήδησες με την ορμή του στύλου
μέσα στη μαύρη τη σπηλιά του Καραλή του σκύλου,
κανένας μάντις σώλεγε ότι θα νάλθη ώρα
να ιδής, Κανάρη, ελεύθερη τη δύστυχη τη χώρα,
πώρρευ' ετοιμοθάνατη, - οτ' ήθελες φωτίσει
μ' αυτό τ' αστροπελέκι σου Ανατολή και Δύση,
ότι θα γένης ζωντανή του Γένους σου σημαία,
ότι θα πας μακρά μακρά να φέρης βασιλέα,
και χίλια δαφνοστέφανα ο κόσμος θα να βάλη,
Κανάρη, στ' απροσκύνητο καθάριο σου κεφάλι,
ότι πριν πέσης κατά γης θα σου δοθή κ' η χάρη
να ιδής να λάμψη ανέλπιστο, παρήγορο δοξάρι
όπου εβασίλευε παληό, κατάπυκνο σκοτάδι,
οτ' ένα Γένος σύψυχο του λάκκου σου τον άδη
θα εδρόσιζε με κλάμματα, οπού θα ν' αναβράνε
μεσ' απ' τα φυλλοκάρδια του κι' αθάνατα θα νάναι,
ότι θα σκύψη ξέσκεπος εμπρός στα λείψανά σου,
να σε φιλήση εγκαρδιακά. Κανάρη, ο Βασιλιάς σου,
αν ένας μάντις τάλεγε, ποιος, ήθε' τον πιστέψη;
Μόνος εσύ, που γνώριζες οτ' είχανε φυτέψει
βαθειά, βαθειά στα σπλάγχνα σου τα χέρια του θεού σου
βοτάνι παντοδύναμο, τροφή του κεραυνού σου,
την πίστη την ακλόνητη στού έθνους του την τύχη...
Αυτή, Κανάρη, πώβαψε τον σιδερένιον πήχυ
κι' έδωσε στο καράβι σου χίλια φτερά να τρέχη
σήμερα ποιος την έχει;...
Αχ! δεν το πίστευα ποτέ!... Πέρυσι σ' είδ' ακόμα
συγνεφιασμένον, κάτασπρον στο φτωχικό σου στρώμα,
σαν κοιμισμένη θάλασσα σε ταπεινό ακρογιάλι
οπ' ονειρεύεται κρυφά καμμιάν ανεμοζάλη
για να μουγκρίση φοβερά..., και σήμερα κουφάρι!...
Έγυρα τότε εφίλησα τ' ανδρεία σου, Κανάρη,
τα λιοκαμμένα δάχτυλα κ' ένιωσα κάθε ρώγα,
πώβραζε μέσα κ' έλαμπε με την παληά σου φλόγα.
Έτρεμα εμπρός σου, εδάκρυζα, μώδωκες την ευχή σου,
μου τίμησες το μέτωπο μ' ένα θερμό φιλί σου
και μούπες, λιονταρόκαρδε. - «Μην κλαίς, δε θα πεθάνω,
πριν ξανανειώσω μια φορά και πριν να ξεθυμάνω».
Κι' απέθανες! κ' εσβύστηκες!... Τα ριζιμιά, οι βράχοι
δεν σκιάζονται γεράματα και στού βουνού τη ράχη
ολόρθο μένει, ακλόνητο, χιλιόχρονο πρινάρι
και μάχεται με τα στοιχειά... Και συ και συ, Κανάρη,
πούλθες στη γη θεόχτιστος κι' οπ' όταν εθωρούσε
το χιόνι στο κεφάλι σου κανείς π' ασπροβολούσε,
επίστευεν οτ' έβλεπε τον Όλυμπο εμπροστά του
με την αθανασία του, με την παλληκαριά του,
εσύ σωριάζεσαι με μιάς;... Μέσα στα χώματά σου
θα καταπιάση ηφαίστειο η θα σβηστή η φωτιά σου;...
Κατάρ' ακατανόητη, άσπλαγχνη, μαύρη μοίρα
ναν' οι νεκροί μας άφθαρτοι, ναν' η ζωή μας στείρα.
ΩΔΗ ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΤΟΝ Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
Θανάσης Φωτιάδης
Σαν πρασινίζει ο γαύρος στον Ασπροπόταμο,
τις νύχτες του Μάη με τις φωνές των αστεριών,
ξαναπαίρνεις, κάθε χρόνο, τα παλληκάρια σου
κι ανεβαίνεις άρρωστος και πετροβολημένος
προς το μεγαλείο των Αγράφων.
Και τότε συγχωρείς όλους εμάς
και μας καταλαβαίνεις,
που ένας εδώ, ένας εκεί,
πολεμάμε με χίλιους δαιμόνους
και μόλις προφταίνουμε, τελευταία στιγμή,
κι ακολουθούμε τη μεγάλη πορεία
πίσω από το ξυλοκρέββατο,
ενώ έρχονται κοντά σου,
πίσω από το λεκιασμένο σκούφο σου,
χωρίς φωνή, με μαύρα μάτια,
σύντροφοι του αγώνα, ο Λόρκας, ο Λουμούμπα, ο Μπολιβάρ,
ο Μαγιακόφσκης, ο Διέγο Ριβέρα κι άλλοι πολλοί,
που κρύβονται από την αστυνομία του Μαυροκορδάτου.
Σε παρακαλώ, καπετάνιε Στρατηγέ μου,
άφησέ με να γινώ σωματοφύλακάς σου,
να σε φρουρήσω σ’ όλη σου τη σύντομη ζωή·
ξέρω από παγίδες, ξέρω από παράσημα,
από εγγλέζους, από μυστικές συσκέψεις,
ξέρω από θάνατο, από υποψίες, μάθαμε.
Ξέρω τι αξίζει ένας λαϊκός στρατηγός,
τι αξίζεις.
ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
Διονύσιος Σολωμός
Η Δόξα δεξιά συντροφεύει
τον άντρα, που τρέχει με κόπους
της Φήμης τους δύσβατους τόπους,
και ο Φθόνος του στέκει ζερβά,
με μάτια, με χείλη πικρά.
Αλλ' όποτε η μοίρα του γράψει
τον δρόμον του κόσμου να πάψει,
η Δόξα καθίζει μονάχη
στην πλάκα του τάφου λαμπρή,
και ο Φθόνος αλλού περπατεί.
Στην πλάκα του Μάρκου καθίζει
η Δόξα λαμπράδες γιομάτη.
Κλεισμένο για πάντα το μάτι,
οπούχε πολέμου φωτιά. -
Ελάτε ν' ακούστε, παιδιά!
Σοφοί λεξιθήρες μακρύα,
μη λάχη σας βλάψω τ' αυτία.
Τρεχάτε στα μνήματα μέσα,
και ψάλτε με λόγια τρελλά -
ελάτε ν' ακούστε, παιδιά!
Το λείψανο, πούχε γλυτώσει
ο Πρίαμος με θρήνους, με δώρα,
εγύριζε οπίσω την ώρα
που πέφτει στην όψι της γης
το φως το γλυκό της αυγής.
Εβγήκαν μαζί της θλιμμένης
Τρωάδας απ' όλα τα μέρη
γυναίκες, παιδάκια και γέροι,
θρηνώντας, να ιδούν το κορμί
που χάνει γι' αυτούς την ψυχή.
Κλεισμένο δεν έμεινε στόμα
απάνου στού Μάρκου το σώμα.
Απέθαν' απέθαν' ο Μάρκος.
Μία θλίψη, μία άκρα βοή,
και θρήνος και κλάψα πολλή.
Παρόμοια ηχώ θα λαλήσει,
του κόσμου την ύστερη μέρα,
παντού στον καινούργιον αέρα.
Παρόμοια στους τάφους θα εμβεί
να κάμει καθένας να εβγεί.
ΘΟΥΡΙΟΣ
Ρήγας Βελεστινλής
Ως πότε παλικάρια να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στις ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγουμ’ απ’ τον Kόσμο, για την πικρή σκλαβιά.
Nα χάνουμε αδέλφια, Πατρίδα, και Γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς.
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά, και φυλακή.
Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά,
στοχάσου πως σε ψήνουν καθ’ ώρα στη φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι αν σταθείς,
ο Tύραννος αδίκως, σε κάνει να χαθείς.
Δουλεύεις όλ’ ημέρα, σε ό,τι κι αν σου πει,
κι αυτός πασχίζει πάλι, το αίμα σου να πιει.
Ανδρείοι Kαπετάνοι, Παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι Aγάδες, με άδικο σπαθί.
Kι αμέτρητ’ άλλοι τόσοι, και Τούρκοι, και Ρωμιοί,
ζωή και πλούτο χάνουν, χωρίς καμμιά αφορμή.
Ελάτε μ’ έναν ζήλο, σε τούτο τον καιρό,
Nα κάμουμε τον όρκον, επάνω στον Σταυρό.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμό,
Nα βάλλουμε σε όλα, να δίνουν ορισμό.
Oι νόμοι νά 'ν’ ο πρώτος και μόνος οδηγός,
και της πατρίδας ένας, να γίνει αρχηγός.
Γιατί κι η αναρχία, ομοιάζει τη σκλαβιά,
Nα ζούμε σαν θηρία, είν’ πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον Oυρανό,
Aς πούμ’ απ’ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεό.
Αν θες να δεις και να μάθεις περισσότερα για το 1821, μπορείς να πατήσεις τους παρακάτω συνδέσμους.


